γελοιογράφος


γελοιογράφος
ο
ο καλλιτέχνης ή ερασιτέχνης που ασχολείται με τη γελοιογραφία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γελοίος + -γράφος < γράφω. Η λ. μαρτυρείται από το 1854 στο περιοδικό Ν. Πανδώρα από τον Φωκίονα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γελοιογράφος — [гелиографос] ουσ. а. карикатурист …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γελοιογράφος — ο αυτός που σχεδιάζει γελοιογραφίες: Είναι ένας από τους πιο επιτυχημένους γελοιογράφους της χώρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γελοιογραφία — Η τέχνη της παραμόρφωσης των χαρακτηριστικών ενός προτύπου με σκοπό να το σατιρίσει, να το ερμηνεύσει ή να τονίσει, υπερβάλλοντάς τα, ορισμένα ψυχολογικά στοιχεία της προσωπικότητάς του. Η γ. μπορεί ακόμα να διακωμωδήσει ή να καυτηριάσει έναν… …   Dictionary of Greek

  • Γκρεβέν, Αλφρέντ — (Alfred Grevin, 1827 – 1892).Γάλλος σχεδιαστής και γελοιογράφος. Συνεργάστηκε ως γελοιογράφος στις παρισινές ευθυμογραφικές εφημερίδες Διασκεδαστική εφημερίδα (Journal amusant)και Μικρή εφημερίδα για να γελάτε (Petit journal pour rire)και ίδρυσε… …   Dictionary of Greek

  • Δημητριάδης, Φωκίων — (Κωνσταντινούπολη 1894 – Αθήνα 1977). Σκιτσογράφος και γελοιογράφος. Δημοσίευσε τα πρώτα του σκίτσα το 1913 σε σατιρικά περιοδικά της Κωνσταντινούπολης και από το 1918 αφοσιώθηκε αποκλειστικά στη γελοιογραφία. Επί 60 ολόκληρα χρόνια σατίριζε την… …   Dictionary of Greek

  • Καλαμάρας, Αντώνης — (Πειραιάς 1933 –). Γελοιογράφος, σκιτσογράφος και λογοτέχνης. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ). Σταδιοδρόμησε ως γελοιογράφος, συνεργαζόμενος με τα περιοδικά Πάνθεον, Ταχυδρόμος, Cosmopolitan, Ένα, Και, Γεια …   Dictionary of Greek

  • -γραφος — β συνθετικό μεγάλου αριθμού συνθέτων τής αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής, το οποίο προήλθε είτε από το ουσ. γραφή* είτε απευθείας από το ρ. γράφω*. Από τα σύνθετα αυτά, 250 περίπου είναι της αρχαίας γλώσσας, από τα οποία κανένα δεν απαντά …   Dictionary of Greek

  • αρχέλαος — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ηρακλείδης, γιος του κατακτητή του Άργους Τημένου, που τον έδιωξαν οι αδελφοί του και πήγε στον βασιλιά της Μακεδονίας Κισσέα. Εκείνος του υποσχέθηκε ότι θα του δώσει σύζυγο την κόρη του, αν τον βοηθούσε σε μια δύσκολη… …   Dictionary of Greek

  • γελοιογραφώ — ( έω) φιλοτεχνώ γελοιογραφίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < γελοιογράφος. Η λ. μαρτυρείται από το 1856 στο Γαλλοελληνικόν και Ελληνογαλλικόν Λεξικόν τού Σκαρλάτου Βυζάντιου] …   Dictionary of Greek

  • καρικατουρίστας — ο γελοιογράφος, σχεδιαστής γελοιογραφιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < καρικατούρα + κατάλ. ίστας (πρβλ. αρτ ίστας, μακετ ίστας)] …   Dictionary of Greek